βακτηρεύω

βακτηρ-εύω,
A = βακτρεύω, Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βακτηρευόμενος — βακτηρεύω pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακτηρεύειν — βακτηρεύω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακτηρεύοντες — βακτηρεύω pres part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βακτρεύω — και βακτηρεύω (Μ) [βάκτρον] στηρίζομαι σε ραβδί …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.